Παρασκευή, 22 Απριλίου 2011

... όταν τα βράδια ξάγρυπνος παραμένεις για να μην σε πιάσει ...


Γιώργος Παναγιωτίδης

Η γριά Μώρα
(απόσπασμα)

Η γριά Μώρα έρχεται μέσα στον ύπνο σου.
Έρχεται πάνω στο στήθος σου.
Γελάει δίχως πρόσωπο. Δίχως γέλιο. Ξεγελάει τη γλώσσα σου.
Βάλε φωνή. Άνοιξε το στόμα σου. Άδειο.
Σου παίρνει τη φωνή.
Κράτα τα μάτια σου ανοιχτά. Στο σκοτάδι. Γκρι σύννεφο. Γκρι γριά.
Τα μάτια σου είναι κλειστά.
Σήκω. Κρατήσου απ’ το κρεβάτι σου. Το κρεβάτι σου τετράποδο.
Τρωκτικό υπνοδωματίου. Γκρι.

Σήκω. Κρατήσου απ’ τους τοίχους. Οι τοίχοι κυρτώνουν.
Στο πάτωμα γκρι σύννεφο απλώνεται.
Πατήματα κρεβατιού.
Το κρεβάτι πατάει στο πάτωμα. Το κρεβάτι πατάει στους τοίχους.

Σήκω. Σύρσου. Στα τέσσερα τετράποδο.
Η γριά Μώρα στο δωμάτιό σου.
Έρχεται δίχως σώμα.
Άδειο το στόμα σου.
Σέρνεται πάνω σου.
Σε πατάει να μην κουνηθείς.
Στο σκοτάδι κράτα τα μάτια σου ανοιχτά.
Μπαίνει σκοτάδι απ’ τις χαραμάδες.
Μπαίνει σκοτάδι στο σώμα σου.

Σήκω. Σύρσου στο φως. Δεν υπάρχει φως.
Ο διακόπτης δεν ανάβει την λάμπα.
Ο διακόπτης ώριμη κάμπια γκρι σέρνεται στους τοίχους.
Έφαγε το χρώμα. Αυλακίζει στους τοίχους και μπαίνει σκοτάδι.
Κυρτώνουν οι τοίχοι στο σκοτάδι.
Πάνω σου η γριά Μώρα σκώρος γκρι.
Έφαγε το φως κι έκατσε πάνω σου.
Σε πατάει να μην κουνηθείς.
Έφαγε τη φωνή σου.

Σήκω. Σύρσου στην πόρτα. Κράτα τα μάτια σου ανοιχτά.
Η πόρτα δεν ανοίγει. Δεν έχει πόμολο.
Το πόμολο μυριόποδο γκρι αρπακτικό τρέχει στο πάτωμα.
Στο πάτωμα γκρι σύννεφο απλώνεται.
Η πόρτα είναι μικρή. Μικρό στόμα με κοπτήρες τρωκτικού.
Μπαίνει σκοτάδι απ’ την κλειδαρότρυπα.
Η γριά Μώρα μεγαλώνει πάνω σου.

Σήκω. Δίχως πόδια. Δίχως χέρια. Σύρσου στο παράθυρο μυριόποδο.
Δεν υπάρχει παράθυρο. Δεν ξέρεις πού είναι.
Το παράθυρο μεγάλωσε κι έφυγε. Πέταξε μέσα στη νύχτα. Νυχτοπεταλούδα.
Η γριά Μώρα κάρφωσε την πόρτα.
Κάρφωσε το παράθυρο.
Κάρφωσε το σκοτάδι.
Σε κάρφωσε πάνω στο κρεβάτι σου.
Σε κάρφωσε πάνω στο σώμα σου.
Μυριόποδο αρπαχτικό πάνω σου. Ώριμη κάμπια πάνω σου.
Το κρεβάτι σου πάνω σου. Σκοτάδι στο στόμα σου.
Η γριά Μώρα κάρφωσε το δωμάτιό σου πάνω στη νύχτα.
Σκώρος γκρι. Γριά Μώρα στην κλειδαρότρυπα.
Σε βλέπει δίχως πρόσωπο.
Έρχεται. Βάλε φωνή. Σήκω. Σύρσου. Ξύπνα.

Γριά πες μου τα χρόνια σου.
Είναι χρόνια εκατό. Είναι χίλια.
Είναι εκατό ανάσες μου κοφτές.
Χίλια αυγά που άφησες μέσα στο μυαλό μου.
Γριά πες μου τ’ όνομά σου.
Είναι σκοτάδι ζωντανό.
Είναι ζώο σκοτεινό που μεγαλώνει
στο δωμάτιο που μικραίνει
στο κρεβάτι που πατάει και πάει.
Γριά που γρύζει χωρίς ανάσες πάνω μου
που μάγκωσε χωρίς σώμα το σώμα μου.
Γριά από χρόνια.
Γριά πάνω στους τοίχους που πατάνε το κρεβάτι μου.
Πάνω στο κρεβάτι μου που πατάει στους τοίχους.
Πάνω στη γλώσσα μου που μάγκωσε στον οισοφάγο.

Ένα χέρι δεξιά. Ένα χέρι αριστερά.
Οι τοίχοι είναι κοντά. Να πιαστώ. Να σηκωθώ.
Να πιαστώ δεξιά. Να πιαστώ αριστερά.
Οι τοίχοι πάνω μου. Το κρεβάτι μου στους τοίχους.
Να σηκωθώ. Να συρθώ. Στα τέσσερα τετράποδο.
Να βρω τη γλώσσα μου.
Να μουγκρίσω μω να ριγήσω ρα. Γριά μω. Γριά ρα.
Οι τοίχοι στο κρεβάτι μου.
Να συρθώ.
Στο σκοτάδι σκοτωμένη η γλώσσα μου στον οισοφάγο.
Μια φωνή δεξιά. Μια φωνή αριστερά.
Να φωνάξω στη φωνή μου.
Έφαγα τη φωνή μου.
Εκατό μικρές φωνές σφήνωσαν στον οισοφάγο εκατό ανάσες κοφτές.
Η γριά Μώρα έρχεται μέσα στον ύπνο μου.

Πού είναι η γλώσσα μου. Πού είναι η φωνή μου.
Η γλώσσα μου κατεβαίνει τον οισοφάγο.
Πνίγεται η φωνή μου στο στομάχι μου.
Το σκοτάδι έρχεται απ’ το στόμα μου.
Το στόμα μου γεμάτο σκοτάδι.
Το σκοτάδι γεμάτο με τη φωνή μου.
Η γριά Μώρα εκατό στόματα.
Η γριά Μώρα χίλια μάτια.
Πάνω μου. Ένα χέρι δεξιά. Ένα χέρι αριστερά.
Πιάνει τους τοίχους και τους κυρτώνει πάνω μου.
Πιασμένη στο σκοτάδι.
Πιασμένη στο σώμα μου.
Σκοτάδι στο στόμα μου. Σκοτωμένη η γλώσσα μου.
Να σηκωθώ. Να συρθώ.

Δεν έρχομαι. Είμαι μέσα στον ύπνο σου.
Δεν έχω όνομα. Είμαι γριά.
Δεν έχω σώμα. Είμαι γριά μω.
Δεν έχω πρόσωπο. Είμαι γριά ρω.
Γριά από χρόνια Μώρα
μέσα στον ύπνο σου γρύζω σκοτάδι
από χρόνια σκοτωμένες φωνές γυρεύω
γλώσσες στα σκοτεινά μαγκώνω
από χρόνια την ώρα στο κρεβάτι μαγκώνω τους τοίχους στη νύχτα.
Εδώ στη νύχτα σηκώνω σκοτάδι.
Μη σηκωθείς. Σέρνω το δωμάτιο τη νύχτα. Μη συρθείς.

Από ξύπνο δεν ξυπνάς, από ύπνο σε ύπνο δεν πέφτεις.

Η γριά Μώρα έρχεται στον ξύπνο σου.
Σε βλέπει από τον ύπνο σου.
Βάλε φωνή. Σήκω. Σύρσου. Ξύπνα.

2 σχόλια: