Πέμπτη, 28 Οκτωβρίου 2010

Το Μονόγραμμα

"Το μονόγραμμα" Οδυσσέας Ελύτης

Ι.

Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα,
μόνος,στόν Παράδεισο


Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές
Τής παλάμης,η Μοίρα,σάν κλειδούχος
Μιά στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός

Πώς αλλιώς,αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι

Θά παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Καί θά χτυπήσει τόν κόσμο η αθωότητα
Μέ τό δριμύ του μαύρου του θανάτου.


ΙΙ.

Πενθώ τόν ήλιο καί πενθώ τά χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’άλλα πού πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια

Μιλημένα τά σώματα καί οί βάρκες πού έκρουσαν γλυκά
Οί κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τά "πίστεψέ με" και τα "μή"
Μιά στόν αέρα , μιά στή μουσική

Τα δυό μικρά ζώα,τά χέρια μας
Πού γύρευαν ν’ανέβουνε κρυφά τό ένα στό άλλο
Η γλάστρα μέ τό δροσαχί στίς ανοιχτές αυλόπορτες
Καί τά κομμάτια οί θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ’τίς ξερολιθιές,πίσω άπ’τούς φράχτες
Τήν ανεμώνα πού κάθισε στό χέρι σού
Κι έτρεμες τρείς φορές τό μώβ τρείς μέρες πάνω από
τούς καταρράχτες

Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Τό ξύλινο δοκάρι καί τό τετράγωνο φαντό
Στόν τοίχο , τή Γοργόνα μέ τά ξέπλεκα μαλλιά
Τή γάτα πού μάς κοίταξε μέσα στά σκοτεινά

Παιδί μέ τό λιβάνι καί μέ τόν κόκκινο σταυρό
Τήν ώρα πού βραδιάζει στών βράχων τό απλησίαστο
Πενθώ τό ρούχο πού άγγιξα καί μού ήρθε ο κόσμος.


ΙΙΙ.

Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα

Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά --κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε

Ακουστά σ’έχουν τά κύματα
Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ"
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά

Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά
Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ
Πάντα εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό εξαργυρώνει:

Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο
Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.

ΙV.

Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν,μ’ακούς
Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα, μ’ακούς
Τό χαμένο μου τό αίμα καί τό μυτερό,μ’ακούς
Μαχαίρι
Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς
Καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει,μ’ακούς
Είμ’εγώ,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,μ’ακούς
Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ
Τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας,μ’ακούς
Πού μ’αφήνεις,πού πάς καί ποιός,μ’ακούς

Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ’τούς κατακλυσμούς

Οί πελώριες λιάνες καί τών ηφαιστείων οί λάβες
Θά’ρθει μέρα,μ’ακούς
Νά μάς θάψουν , κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θά μάς κάνουν περώματα,μ’ακούς
Νά γυαλίσει επάνω τούς η απονιά,μ’ακούς
Τών ανθρώπων
Καί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει

Στά νερά ένα ένα , μ’ακούς
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ,μ’ακούς
Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία,μ’ακούς
Όπου κάποτε οί φιγούρες
Τών Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό,μ’ακούς
Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά,μ’ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω
Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δέν πάω ,μ’ακους
Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί,μ’ακούς

Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ’ακούς
Τής αγάπης
Μιά γιά πάντα τό κόψαμε
Καί δέν γίνεται ν’ανθίσει αλλιώς,μ’ακούς
Σ’άλλη γή,σ’άλλο αστέρι,μ’ακούς
Δέν υπάρχει τό χώμα , δέν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε,ο ίδιος,μ’ακούς

Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ’άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες,μ’ακούς
Νά τινάξει λουλούδι,μόνο εμείς,μ’ακούς
Μές στή μέση τής θάλασσας
Από τό μόνο θέλημα τής αγάπης,μ’ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί,μ’ακούς
Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου,άκου
Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει -- ακούς;
Είμ’εγώ πού φωνάζω κι είμ’εγώ πού κλαίω,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,σ’αγαπώ,μ’ακούς.

V.

Γιά σένα έχω μιλήσει σέ καιρούς παλιούς
Μέ σοφές παραμάνες καί μ’αντάρτες απόμαχους
Από τί νά’ναι πού έχεις τή θλίψη του αγριμιού
Τήν ανταύγεια στό μέτωπο του νερού του τρεμάμενου
Καί γιατί,λέει,νά μέλει κοντά σου νά’ρθω
Πού δέν θέλω αγάπη αλλά θέλω τόν άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τόν καλπασμό

Καί γιά σένα κανείς δέν είχε ακούσει
Γιά σένα ούτε τό δίκταμο ούτε τό μανιτάρι
Στά μέρη τ’αψηλά της Κρήτης τίποτα
Γιά σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός νά μου οδηγεί τό χέρι

Πιό δω,πιό κεί,προσεχτικά σ’όλα τό γύρο
Του γιαλού του προσώπου,τούς κόλπους,τά μαλλιά
Στό λόφο κυματίζοντας αριστερά

Τό σώμα σου στή στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνειας καί του διάφανου
Βυθού,μέσα στό σπίτι μέ τό σκρίνιο τό παλιό
Τίς κίτρινες νταντέλες καί τό κυπαρισσόξυλο
Μόνος νά περιμένω που θά πρωτοφανείς
Ψηλά στό δώμα ή πίσω στίς πλάκες της αυλής
Μέ τ’άλογο του Αγίου καί τό αυγό της Ανάστασης

Σάν από μιά τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σέ θέλησε η μικρή ζωή
Νά χωράς στό κεράκι τή στεντόρεια λάμψη τήν ηφαιστειακή

Πού κανείς νά μήν έχει δεί καί ακούσει
Τίποτα μές στίς ερημιές τά ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στόν αυλόγυρο
Γιά σένα,ούτε η γερόντισσα ν’όλα της τά βοτάνια

Γιά σένα μόνο εγώ,μπορεί,καί η μουσική
Πού διώχνω μέσα μου αλλ’αυτή γυρίζει δυνατότερη
Γιά σένα τό ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Τό στραμμένο στό μέλλον με τόν κρατήρα κόκκινο
Γιά σένα σάν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Πού βρίσκει μές στό σώμα καί πού τρυπάει τή θύμηση
Καί νά τό χώμα,νά τά περιστέρια,νά η αρχαία μας γή.


VI.

Έχω δεί πολλά καί η γή μές’απ’τό νού μου φαίνεται ωραιότερη
Ώραιότερη μές στούς χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή,ωραιότερα
Τά μπλάβα των ισθμών καί οί στέγες μές στά κύματα
Ωραιότερες οί αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τά βουνά
τής θάλασσας

Έτσι σ’έχω κοιτάξει πού μου αρκεί
Νά’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μές στό αυλάκι που τό πέρασμα σου αφήνει
Σάν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ακολουθεί

Καί νά παίζει μέ τ’άσπρο καί τό κυανό η ψυχή μου !

Νίκη,νίκη όπου έχω νικηθεί
Πρίν από τήν αγάπη καί μαζί
Γιά τή ρολογιά καί τό γκιούλ-μπιρσίμι
Πήγαινε,πήγαινε καί ας έχω εγώ χαθεί

Μόνος καί άς είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί
νεογέννητο
Μόνος,καί ας είμ’εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα νά σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος,ο αέρας δυνατός καί μόνος τ’ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στό βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στούς καιρούς τόν Παράδεισο !


VII.

Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα

Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μές στ’άπατα μιάν ηχώ
Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

Νά σέ βλέπω μισή να περνάς στό νερό
και μισή να σε κλαίω μές στόν Παράδεισο.




Μία εκπληκτική εκτέλεση της Καραμπέτη. Δυστυχώς δεν είναι ολόκληρο το ποίημα, αλλά αξίζει να το απολαύσουμε.

Κυριακή, 17 Οκτωβρίου 2010

Για άκουσε...

Aν σας δημιουργούσαν ως οντότητες από την αρχή και σας έλεγαν ότι θα έπρεπε να επιλέξετε μία και μοναδική αίσθηση, η οποία θα σας συνοδεύε στο υπόλοιπο της ζωής σας, ποιά θα ήταν αυτή;
Εγώ θα επέλεγα την ακοή. Και ξέρετε γιατί; Γιατί τότε θα μπορούσα να απολαύσω το θείο δώρο της μουσικής. Όταν οι άλλοι θα έβλεπαν, θα οσφραίνονταν, θα άγγιζαν, θα γεύονταν, εγώ θα άκουγα και θα συγκινόμουν, θα μαγευόμουν, θα ταξίδευα σε άλλους κόσμους. Η μουσική είναι ένα ταξίδι από μόνη της. Σε βοηθάει να φανταστείς, να φθάσεις σε άλλα επίπεδα άπιαστα και ονειρικά. Ένα κοντσέρτο από βιολιά, ένα requiem σε κάνουν να ανατριχιάζεις. Ένα πετάρισμα στην καρδιά που σου φέρνει δάκρυα στα μάτια και σε πλημμυρίζει με συναισθήματα. Είναι σαν να ζεις τη ζωή. Κάθε νότα και μία στιγμή, κάθε παύση και μία αναμονή. Και μετά πάλι η μελωδία που περιγράφει κάθε σου σκέψη, κάθε σου εσωτερική πάλη. Ένα ευχάριστο γεγονός, μία μείζονα. Ένα λυπητερό γεγονός, μία ελάσσονα. Κάθε εμπόδιο, μία σκάλα μουσική. Ένα έντονο συναίσθημα, ένα αρπισμός. Η μουσική μπορεί να περιγράψει τα παντά. Το συνειδητό και το ασυνείδητο. Να ανασκαλέψει τον εαυτό σου και να φέρει στην επιφάνεια πράγματα και καταστάσεις που ποτέ δεν είχες συνειδητοποιήσει ότι υπήρχαν κάπου βαθιά ριζωμένες μέσα σου. Μπορεί να σε κάνει να ελπίζεις. Μπορεί να σε κάνει να απελπίζεσαι. Μπορεί να σου δώσει πόνο, ευχαρίστηση, θλίψη, χαρά, νοσταλγία.
Κλείσε τα μάτια σου και άκουσε. Άκουσε. Άκουσε.
Και εγώ ακούω. Όσα έγραψα δεν είναι δικά μου. Μου τα ψιθύρισε η σονάτα του σεληνόφωτος.....

Δευτέρα, 4 Οκτωβρίου 2010

Γιατί εdώ είναι Ελλάdα...

Σήμερα το απόγευμα, γυρίζοντας στο σπίτι μου από το πανεπιστήμιο χρησιμοποιώντας τα μέσα αστικής συγκοινωνίας, έγινα μάρτυρας μίας μεγάλης φασαρίας μεταξύ 2 πολιτών και 2 ελεγκτών εισιτηρίων. Όταν ανέβηκα σε λεωφορείο γέμάτο κόσμο που κυριολεκτικά κόντευε να φύγει από τα παράθυρα, εισήλθαν και 2 ελεγκτές οι οποίοι είχαν "τσακώσει" ήδη από τη στάση μία κοπέλα και ένα νεαρό χωρίς εισιτήριο. Η μία κοπέλα δέχτηκε την κλήση για την παράβαση χωρίς πολλές φωνές και αντιλογίες. Ο νεαρός όμως (πιθανότατα φοιτητής) προσπαθούσε να εξηγήσει στους ελεγκτές ότι έψαχνε στα περίπτερα για εισιτήριο και εισιτήριο δεν υπήρχε. Επομένως, θέλοντας να γυρίσει σπίτι του, είχε σκοπό να επιβιβαστεί χωρίς να επικυρώσει εισιτήριο. Ο ελεγκτής από την πλευρά του δεν δεχόταν κουβέντα και έφερνε ως παράδειγμα τον εαυτό του ως νέο, όταν χρησιμοποιούσε πολύ σπάνια τα ΜΜΜ αλλά πάντοτε είχε καμιά δεκαριά εισιτήρια στο πορτοφόλι του, έτσι για να βρίσκονται. Το αγόρι τότε του απάντησε ότι, εφόσον δεν μπορούσε να βρει πουθενά εισιτήριο, έπρεπε με κάποιο τρόπο να γύριζε στι σπίτι του. Ο έντονος διάλογος συνεχίστηκε με τον ελεγκτή να του λέει πως έπρεπε να γυρίσει με τα πόδια. Και οι δύο ελεγκτές συμφώνησαν με τον οδηγό να μας μεταφέρει στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής για να πάνε εκεί το νεαρό εφόσον ο ίδιος δεν ήταν διατεθειμένος να πληρώσει.
Το σίγουρο είναι ότι αυτό το συμβάν μόνο στην Ελλάδα μπορεί να διαδραματιστεί.
1. Είναι γνωστό τοις πάσι ότι πολλά περίπτερα, ακόμη και σε κεντρικά σημεία ή δίπλα σε στάσεις, δε διαθέτουν εισιτήρια.
2. Επίσης είναι γνωστό τοις πάσι ότι λίγα είναι τα περίπτερα που πουλάνε μειωμένα εισιτήρια των 0.50 λεπτών. Άρα όταν ένας φοιτητής αγοράζει στην ανάγκη ολόκληρο εισιτήριο (1,οο ευρώ), αδικείται κατάφωρα.
3. Η κατανόηση θα πρέπει να αποτελεί ανθρώπινη αρέτη. Εφόσον γνωρίζουμε τα παραπάνω (1.,2.) θα έπρεπε οι ελεγκτές να καταλάβουν πως έχει η κατάσταση.
4. Το να πουλάς μούρη είναι επίσης κατακριτέο. Επειδή σου έδωσαν ένα μπλοκάκι και ένα στυλό, δεν σημαίνει πώς μπορείς να αρχίσεις να κόβεις πρόστιμα σε όποιον γουστάρεις. Όλοι γνωρίζουμε ότι αλλού οι ελεγκτές σου κάνουν τα στραβά μάτια και αλλού κοιτάνε με ποιον τρόπο να σε γράψουν. Είναι αδικία για όλους αυτό. Είτε θα αντιμετωπίζονται όλοι με τον ίδιο τρόπο είτε δεν θα γράφει κανείς κανένα. Δίκαια πράγματα χρειάζονται νομίζω.
5. Κανείς δεν αγοράζει καμιά δεκαριά εισιτήρια απλώς για να υπάρχουν όταν δεν χρησιμοποιεί τα μέσα. Γιατί όταν οι γονείς σου σού δίνουν 20 ευρώ χαρτζιλίκι την εβδομάδα, δεν θα πας να δώσεις στο περίπτερο τα 5 ευρώ για να τα κάνεις εισιτήρια.
6. Οι ελεγκτές δεν έχουν την εξουσία να σε σύρουν στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα της περιοχής, αλλά πρέπει να περιμένουν να έρθει η αστυνομία επί τόπου.
7. Δεν είναι σωστό και δεν πρέπει να αμελούμε να επικυρώνουμε τα εισιτήριά μας ή να βγάζουμε μηνιαίες κάρτες για το καλό όλων μας (το δικό μας, του κράτους, των ελεγκτών και πάει λέγοντας).

Τα συμπεράσματα δικά σας...

Παρασκευή, 1 Οκτωβρίου 2010

Το είδαμε και αυτό...

Κατ' αρχήν, καλό μήνα σε όλους! Εύχομαι να πάνε όλα κατ'ευχήν!

Λίγες μέρες πριν, διαβάζοντας μία αγγλική καθημερινή εφημερίδα συνάντησα κάτι απίστευτο. Σε ένα μικρό σημείο εν τω μέσω των μεγάλων νέων και γεγονότων, διάβασα τη "συμφορά" που βρήκε έναν Άγγλο κάτοικο. Όπως όλοι γνωρίζουμε, οι Εγγλέζοι συνηθίζουν να ...πίνουν το βόσπορο σε καθημερινή βάση. Έτσι λοιπόν συνέβη και με αυτό τον άτυχο Βρετανό. Και γιατί τον λέω άτυχο; Ακούστε προσεκτικά....
Καθώς γύρισε αργά το βράδυ στο σπίτι του από μία pub, πήρε το κατοικίδιό του, ένα χάμστερ ονόματι Sally ή Suzy -δεν θυμάμαι αν ήταν το ένα ή το άλλο-, το έβαλε ο αθεόφοβος στο φούρνο μικροκυμάτων και το έφαγε! Το επόμενο πρωί που συνειδητοποίησε τι είχε κάνει όταν ήταν μεθυσμένος, κόντεψε να τρελαθεί από τις τύψεις του! Συγκεκριμένα ανέφερε: "Δεν θα της έκανα ποτέ κακό. Ήταν το καλύτερο χάμστερ που είχα ποτέ μου".
Περιττό να σας πω ότι η βρετανική αστυνομία τον καταδίκασε σε 9 μήνες φυλάκιση για κακοποίηση ανυπεράσπιστου ζώου....