Σάββατο, 22 Ιανουαρίου 2011

Κική Δημουλά από τα "Εύρετρα"

"Άσπρες πασχαλιές φιλούν έφηβο"


Αδρανούσε ξαπλωμένος
πάνω στη μόλις ηλικίας του

σκεπασμένη
με κάτι ανάρμοστα σκληρό
ανάξιο για την ευαίσθητη ομορφιά του

κι αν ήταν ξύλο απλό
ίσως να το μετέπειθε μιλώντας του η θλίψη
μα ήτανε καπάκι και δε μετανοούσε

λευκό βαμμένο
μα αυτό
αντί να εξημερώσει το άγριο θέλημά του
το εξαγρίωνε χειρότερα

τί κι αν ήτανε ταιριασμένο
με τα ολόασπρα λουλούδια

τίποτα
αυτό το άσπρο επάνω στο λευκό
τα μαύριζε όλα.

Ο πατέρας, Σκυφτός, Απασχολημένος
βάναυσα να πνίγει
μέσα στη γούρνα των δακρύων του
ένα ένα τα αθώα του αναφιλητά

μη και τ' ακούσει το παιδί
και καταλάβει πώς δεν κοιμάται.

Αίφνης, ενώ βουβά η συντριβή
στη σειρά με τάξη αποχαιρετούσε
τον αποχωρισμό

μιά γροθιά χτυπώντας άγρια το καπάκι
επάνω ακριβώς στα τελευταία χείλη
του ασπασμού

ταρακούνησε το θαύμα ουρλιάζοντας
σήκω

αλλά δέ φάνηκε Λάζαρος κανείς.

Τετάρτη, 19 Ιανουαρίου 2011

Ήταν... άνθρωπος

Με την πρώτη ματιά έβλεπε κανείς απλώς μια γριούλα. Έσερνε τα βήματά της στο χιόνι, μόνη, παρατημένη, με σκυμμένο κεφάλι. Όσοι περνούσαν από το πεζοδρόμιο της πόλης αποτραβούσαν το βλέμμα τους, για να μη θυμηθούν ότι τα βάσανα και οι πόνοι δεν σταματούν όταν γιορτάζουμε Χριστούγεννα.

Ένα νέο ζευγάρι μιλούσε και γελούσε με τα χέρια γεμάτα από ψώνια και δώρα και δεν πρόσεξαν τη γριούλα. Μια μητέρα με δυο παιδιά βιάζονταν να πάνε στο σπίτι της γιαγιάς. Δεν έδωσαν προσοχή.

Ένας παπάς είχε το νου του σε ουράνια θέματα και δεν την πρόσεξε.

Αν πρόσεχαν όλοι αυτοί, θα έβλεπαν ότι η γριά δεν φορούσε παπούτσια. Περπατούσε ξυπόλητη στον πάγο και το χιόνι. Με τα δυο της χέρια η γριούλα μάζεψε το χωρίς κουμπιά παλτό της στο λαιμό. Φορούσε ένα χρωματιστό φουλάρι στο κεφάλι· σταμάτησε στη στάση σκυφτή και περίμενε το λεωφορείο.

Ένας κύριος που κρατούσε μια σοβαρή τσάντα περίμενε κι αυτός στη στάση, αλλά κρατούσε μια απόσταση.

Μια κοπέλα περίμενε κι αυτή, κοίταξε πολλές φορές τα πόδια τής γριούλας, δεν μίλησε.

Ήρθε το λεωφορείο και η γριούλα ανέβηκε αργά και με δυσκολία. Κάθησε στο πλαϊνό κάθισμα, αμέσως πίσω από τον οδηγό. Ο κύριος και η κοπέλα πήγαν βιαστικά προς τα πίσω καθίσματα. Ο άντρας που καθόταν δίπλα στη γριούλα στριφογύριζε στο κάθισμα κι έπαιζε με τα δάχτυλά του. «Γεροντική άνοια», σκέφτηκε. Ο οδηγός είδε τα γυμνά πόδια και σκέφτηκε: «Αυτή η γειτονιά βυθίζεται όλο και πιο πολύ στη φτώχεια. Καλύτερα να με βάλουν στην άλλη γραμμή, της λεωφόρου».

Ένα αγοράκι έδειξε τη γριά. «Κοίταξε, μαμά, αυτή η γριούλα είναι ξυπόλυτη». Η μαμά ταράχτηκε και του χτύπησε το χέρι. «Μη δείχνεις τους ανθρώπους, Αντρέα! Δεν είναι ευγενικό να δείχνεις». «Αυτή θα έχει μεγάλα παιδιά», είπε μια κυρία που φορούσε γούνα. «Τα παιδιά της πρέπει να ντρέπονται». Αισθάνθηκε ανώτερη, αφού αυτή φρόντισε τη μητέρα της.

Μια δασκάλα στη μέση του λεωφορείου στερέωσε τα δώρα που είχε στα πόδια της. «Δεν πληρώνουμε αρκετούς φόρους, για να αντιμετωπίζονται καταστάσεις σαν αυτές;» είπε σε μια φίλη της που ήταν δίπλα της. «Φταίνε οι δεξιοί», απάντησε η φίλη της. «Παίρνουν από τους φτωχούς και δίνουν στους πλούσιους». «Όχι, φταίνε οι άλλοι», μπήκε στη συζήτηση ένας ασπρομάλλης. Με τα προγράμματα πρόνοιας κάνουν τους πολίτες τεμπέληδες και φτωχούς». «Οι άνθρωποι πρέπει να μάθουν νʼ αποταμιεύουν», είπε ένας άλλος που έμοιαζε μορφωμένος. «Αν αυτή η γριά αποταμίευε όταν ήταν νέα, δεν θα υπέφερε σήμερα». Και όλοι αυτοί ήταν ικανοποιημένοι για την οξύνοιά τους που έβγαλε τέτοια βαθιά ανάλυση.

Αλλʼ ένας έμπορος αισθάνθηκε προσβολή από τις εξ αποστάσεως μουρμούρες των συμπολιτών του. Έβγαλε το πορτοφόλι του και τράβηξε ένα εικοσάρι. Περπάτησε στο διάδρομο και το έβαλε στο τρεμάμενο χέρι της γριούλας. «Πάρε, κυρία, νʼ αγοράσεις παπούτσια». Η γριούλα τον ευχαρίστησε κι εκείνος γύρισε στη θέση του ευχαριστημένος, που ήταν άνθρωπος της δράσης.

Μια καλοντυμένη κυρία τα πρόσεξε όλα αυτά και άρχισε να προσεύχεται από μέσα της. «Κύριε, δεν έχω χρήματα. Αλλά μπορώ νʼ απευθυνθώ σε σένα. Εσύ έχεις μια λύση για όλα. Όπως κάποτε έριξες το μάννα εξ ουρανού, και τώρα μπορείς να δώσεις ό,τι χρειάζεται η κυρούλα αυτή για τα Χριστούγεννα».

Στην επόμενη στάση ένα παλληκάρι μπήκε στο λεωφορείο. Φορούσε ένα χοντρό μπουφάν, είχε ένα καφέ φουλάρι και ένα μάλλινο καπέλο που κάλυπτε και τα αυτιά του. Ένα καλώδιο συνέδεε το αυτί του με μια συσκευή μουσική. Ο νέος κουνούσε το σώμα του με τη μουσική που άκουε. Πήγε και κάθισε απέναντι στη γριούλα. Όταν είδε τα ξυπόλυτα πόδια της, το κούνημα σταμάτησε. Πάγωσε. Τα μάτια του πήγαν από τα πόδια της γιαγιάς στα δικά του. Φορούσε ακριβά ολοκαίνουργια παπούτσια. Μάζευε λεφτά αρκετό καιρό για να τα αγοράσει και να κάνει εντύπωση στην παρέα. Το παλληκάρι έσκυψε και άρχισε να λύνει τα παπούτσια του. Έβγαλε τα εντυπωσιακά παπούτσια και τις κάλτσες. Γονάτισε μπροστά στη γριούλα. «Γιαγιά, είπε, βλέπω ότι δεν έχεις παπούτσια. Εγώ έχω κι άλλα». Προσεκτικά κι απαλά σήκωσε τα παγωμένα πόδια και της φόρεσε πρώτα τις κάλτσες κι ύστερα τα παπούτσια του. Η γριούλα τον ευχαρίστησε συγκινημένη.

Τότε το λεωφορείο έκανε πάλι στάση. Ο νέος κατέβηκε και προχώρησε ξυπόλυτος στο χιόνι. Οι επιβάτες μαζεύτηκαν στα παράθυρα και τον έβλεπαν καθώς βάδιζε προς το σπίτι του. «Ποιος είναι;», ρώτησε ένας. «Πρέπει να είναι άγιος», είπε κάποιος. «Πρέπει να είναι άγγελος», είπε ένας άλλος. «Κοίτα! Έχει φωτοστέφανο στο κεφάλι!» φώναξε κάποιος. «Είναι ο Χριστός!» είπε η ευσεβής κυρία. Αλλά το αγοράκι, που είχε δείξει με το δάχτυλο τη γιαγιά, είπε: Όχι, μαμά τον είδα πολύ καλά. Ήταν ΑΝΘΡΩΠΟΣ».

Τρίτη, 18 Ιανουαρίου 2011

"Ἡ Μαρία" - Mίλτος Σαχτούρης

Από την ποιητική συλλογή "ΤΑ ΦΑΣΜΑΤΑ Ή Η ΧΑΡΑ ΣΤΟΝ ΑΛΛΟ ΔΡΟΜΟ"

(1958)

Ἡ Μαρία

Ἡ Μαρία σκεφτικὴ ἔβγαζε τὶς κάλτσες της
Ἀπὸ τὸ σῶμα της ἔβγαιναν
φωνὲς ἄλλων ἀνθρώπων
ἑνὸς στρατιώτη ποὺ μιλοῦσε σὰν ἕνα πουλὶ
ἑνὸς ἀρρώστου ποὺ εἶχε πεθάνει ἀπὸ πόνους προβάτων
καὶ τὸ κλάμα τῆς μικρῆς ἀνεψιᾶς τῆς Μαρίας
ποὺ αὐτὲς τὶς μέρες εἶχε γεννηθεῖ

Ἡ Μαρία ἔκλαιγε ἔκλαιγε
τώρα ἡ Μαρία γελοῦσε
ἅπλωνε τὰ χέρια της τὸ βράδυ
ἔμενε μὲ τὰ πόδια ἀνοιχτὰ

Ὕστερα σκοτείνιαζαν τὰ μάτια της
μαῦρα μαῦρα θολὰ σκοτείνιαζαν

Τὸ ραδιόφωνο ἔπαιζε
Ἡ Μαρία ἔκλαιγε
Ἡ Μαρία ἔκλαιγε
τὸ ραδιόφωνο ἔπαιζε

Τότε ἡ Μαρία
σιγὰ-σιγὰ ἄνοιγε τὰ χέρια της
ἄρχιζε νὰ πετάει
γύρω-γύρω στὸ δωμάτιο

Κυριακή, 16 Ιανουαρίου 2011

Οι ιστορίες της μικρής Άννας pt2

"Eγώ, εγώ θα είμαι εδώ για σένα, μαζί θα το ξεπεράσουμε", ήταν οι τελευταίες λέξεις που θυμόταν ο Δημήτρης από τα χείλη της μικρής Άννας λίγο πριν χαθεί στην ονειρεμένη διάσταση του μαγικού του κόσμου.
- "Είναι ένας κόσμος διαφορετικός, αλλοτινός, χωρίς έγνοιες και σκοτούρες. Και πάντα, πάντα είσαι ευτυχισμένος", της είχε δηλώσει κάποια φορά όταν για λίγο είχε επιστρέψει στην πραγματικότητα.
- "Ναι αλλά είναι εφήμερος", είπε χαμηλόφωνα η Αννούλα. "Πιο κοντά στο θάνατο. Και εσύ φοβάσαι το θάνατο, έτσι δεν είναι;"
Ο Δημήτρης δεν απάντησε.
- "Αισθάνεσαι όμορφα, τόσο όμορφα που θέλεις να ξαναγευτείς τη χαρά. Κάθε φορά όμως το εισιτήριο για τον κόσμο αυτό γίνεται πιο ακριβό και εσύ πασχίζοντας να γίνεις μόνιμος κάτοικός του, βυθίζεσαι στη θνησιμότητά σου και στο τρωτό νήμα του μυαλού σου". "Μια μαριονέτα είσαι Δημήτρη. Κόψε τα σκοινιά και περπάτα ελεύθερος σε αυτόν εδώ τον κόσμο".

Τρίτη, 11 Ιανουαρίου 2011

Romeo and Juliet


ROMEO:


She speaks. O, speak again, bright angel! for thou art As glorious to this night, being o'er my head, As is a winged messenger of heaven Unto the white-upturned wond'ring eyes Of mortals that fall back to gaze on him When he bestrides the lazy-pacing clouds And sails upon the bosom of the air.



-----Romeo and Juliet | Act II, Scene II

Δευτέρα, 3 Ιανουαρίου 2011

Ο Edgar Allan Poe συναντά τον Tim Burton

Μία από τις αγαπημένες μου δημιουργίες του Poe, είναι το μικρό ποίημά του "Alone". Επειδή λοιπόν η γραφή του Poe όπως άλλωστε όλοι γνωρίζουμε είναι σε γενικές γραμμές σκοτεινή και πολύ ιδιαίτερη, σκέφτηκα τον γνωστό σκηνοθέτη Tim Burton, ο οποίος έχει γίνει διάσημος για το μοναδικό στυλ που ενσωματώνει στα κινούμενα σχέδια και στις ταινίες του. Συγκεκριμένα, έφερα στο νου μου την ταινία μικρού μήκους "Vincent", η οποία, αν και αρκετά παλιά, κατακλείζεται από τη σκοτεινότητα και την τρέλα του μυαλού που υιοθετεί και ο Poe στο ποίημα "Alone".
Τελείως τυχαία λοιπόν, κάποια στιγμή όταν δεν είχα τίποτε αξιόλογο να κάνω για να σκοτώσω την ώρα μου, έγραψα στην αναζήτηση του YouTube τις λέξεις Alone και Vincent. Η ανακάλυψή μου ήταν σπουδαία καθώς έπεσε στα χέρια μου το εξής video:




" From childhood's hour I have not been
As others were; I have not seen
As others saw; I could not bring
My passions from a common spring.
From the same source I have not taken
My sorrow; I could not awaken
My heart to joy at the same tone;
And all I loved, I loved alone.
Then- in my childhood, in the dawn
Of a most stormy life- was drawn
From every depth of good and ill
The mystery which binds me still:
From the torrent, or the fountain,
From the red cliff of the mountain,
From the sun that round me rolled
In its autumn tint of gold,
From the lightning in the sky
As it passed me flying by,
From the thunder and the storm,
And the cloud that took the form
(When the rest of Heaven was blue)
Of a demon in my view. "

Σάββατο, 1 Ιανουαρίου 2011

Καλή Χρονιά!


Εύχομαι από τα τρίσβαθα της ψυχής μου το 2011, όσο δυσοίωνο και αν φαίνεται ή αναμένεται, να προσφέρει με κάθε γενναιοδωρία υγεία, αγάπη, χαρά, δημιουργικότητα, και ό,τι ποθεί η καρδιά σας!

Καλή χρονιά!

Χρόνια Πολλά και Καλά με αισιοδοξία και απέραντα χαμόγελα!